ΟΡΘΟΓΡΑΦΙΚΟ – ΕΡΜΗΝΕΥΤΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ
ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΙΑΛΕΚΤΟΥ
ακκάννω δαγκώνω
αλόπως μήπως, πιθανώς
αμινιάζω υπολογίζω
αμπλέπω βλέπω
αμπούστα κουτί
αντζελοσσιάστηκα τρόμαξα
αντινάσσω τινάζω
αξινόστραφη ανάποδη
άππαρος άλογο
αππιθκιά αχλαδιά, ένδειξη κοντινού χώρου...
More
ΟΡΘΟΓΡΑΦΙΚΟ – ΕΡΜΗΝΕΥΤΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ
ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΙΑΛΕΚΤΟΥ
ακκάννω δαγκώνω
αλόπως μήπως, πιθανώς
αμινιάζω υπολογίζω
αμπλέπω βλέπω
αμπούστα κουτί
αντζελοσσιάστηκα τρόμαξα
αντινάσσω τινάζω
αξινόστραφη ανάποδη
άππαρος άλογο
αππιθκιά αχλαδιά, ένδειξη κοντινού χώρου
άρκοψες αύριο βράδυ
αρμαρόλα μικρή ντουλάπα
αρφός, αρφή αδελφός, αδελφή
ασσιελιά ένα σκέλος (για μήκος)
ατζία άκρη του ψωμιού
αφτένω ανάβω
άψε το άναψε το
αψιουρίζομαι φταρνίζομαι
βάκλα η ουρά του προβάτου
βαρκούμαι βαριέμαι
βαστώ κρατώ
βίτσα μαγγούρα, έγινες ~ αδυνάτισες
βλαντζί συκώτι
βόρτακος βάτραχος
βόρτος χοντρός
βούκκα μάγουλο
βουκκαλλέτικον μπούλλης
βουναλλούι μικρός λόφος
βούρνα νεροχύτης
βουρώ τρέχω
βρίξε σώπα (προστακτική)
γάρος γαϊδούρι
A
Β
γ
Less